Η στεγαστική κρίση που πλήττει χιλιάδες συμπολίτες μας είναι μια πραγματικότητα που απαιτεί άμεση και αποτελεσματική δράση.
Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά αποτελεί πρόβλημα σε πολλές χώρες και πρωτεύουσες. Οι επιπτώσεις της είναι σοβαρές και δυσβάσταχτες για το εισόδημα των νοικοκυριών, και οι προσπάθειες της κυβέρνησης να προσφέρει λύσεις δεν έχουν αποδόσει μέχρι σήμερα. Τα επιδόματα μπορεί να παρέχουν μια προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος. Ούτε τα υπόλοιπα μέτρα που έχουν νομοθετηθεί για το θέμα, όπως το πρόγραμμα ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ Ι & ΙΙ, ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΩ ΚΑΙ ΝΟΙΚΙΑΖΩ κλπ. δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Είναι παράδοξο ότι παρά την μείωση του πληθυσμού, η αύξηση των νοικοκυριών και η αναγκαστική στροφή στον τουρισμό μέσω πλατφορμών όπως το Airbnb δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. Αντίστοιχα, η υψηλή συμμετοχή ξένων επενδυτών στο real estate και τα προγράμματα όπως το Golden Visa ενδέχεται να επιδεινώνουν το πρόβλημα. Είναι, επίσης, σαφές ότι τα επιδόματα δεν προσφέρουν βιώσιμες λύσεις και συχνά διαμορφώνουν λανθασμένες νοοτροπίες.
Η πραγματική λύση στη στεγαστική κρίση πρέπει να προέλθει βασικά από την αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Αυτό περιλαμβάνει πολιτικές για την κατασκευή νέων σπιτιών, νέα κίνητρα για την επισκευή και αξιοποίηση παλαιών κτισμάτων, καθώς και τη μετατροπή κτηρίων που σήμερα έχουν διαφορετική χρήση σε κατοικίες. Σε αυτή τη διαδικασία, η δημόσια περιουσία μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.
Πρώτα από όλα, όμως, πρέπει να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
Η κοινωνική κατοικία αναφέρεται σε προγράμματα στέγασης που στοχεύουν στη παροχή προσβάσιμης και οικονομικά προσιτής στέγης σε άτομα και οικογένειες με χαμηλό εισόδημα ή σε ευπαθείς ομάδες, που δικαιούνται κρατικής αρωγής.
Αυτή η μορφή κατοικίας συνήθως χρηματοδοτείται από κρατικούς φορείς ή οργανισμούς και μπορεί να περιλαμβάνει διάφορες μορφές στέγασης, όπως:
Η κοινωνική κατοικία πρέπει να αποσκοπεί όχι μόνο στην παροχή στέγης, αλλά και στην υποστήριξη των κατοίκων με συμπληρωματικές υπηρεσίες, όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση, προκειμένου να ενισχυθεί η κοινωνική ένταξη των χρτηστών. Να σημειωθεί ότι η κοινωνική κατοικία θα πρέπει να παραχωρείται μόνο ως ενοικιαζόμενη και για όσο διαρκεί το καθεστώς κρατικής αρωγής για τους χρήστες.
Από την άλλη πλευρά, η προσιτή κατοικία αναφέρεται σε κατοικίες που θα είναι διαθέσιμες προς ενοικίαση ή αγορά σε τιμές που είναι οικονομικά προσιτές για τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα και νέα ζευγάρια που δεν εντασσονται σε ομάδες στις οποίες δίνεται κρατική αρωγή. Ο όρος “προσιτή” συνήθως σημαίνει ότι το κόστος της κατοικίας δεν υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Συγκεκριμένα, η προσιτή κατοικία συχνά ορίζεται ως η κατοικία που κοστίζει λιγότερο από το 30% του ακαθάριστου μηνιαίου εισοδήματος ενός νοικοκυριού. Αυτός ο ορισμός περιλαμβάνει διάφορες μορφές στέγασης, όπως:
- Ενοικιαζόμενες κατοικίες: Κατοικίες που προσφέρονται σε προσιτές τιμές ενοικίασης, με κρατική υποστήριξη μέσω επιδότησεων.
- Κατοικίες προς πώληση: Κατοικίες που πωλούνται σε τιμές που επιτρέπουν σε οικογένειες με μέσο εισόδημα να αποκτήσουν ιδιοκτησία μέσω στεγαστικών δανείων, ένταξη νέων περιοχών στο σχέδιο κλπ.
- Συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα: Προγράμματα που συνδυάζουν δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις για τη δημιουργία κατοικιών σε προσιτές τιμές, με τη χρήση οικονομικών κινήτρων στους ιδιώτες για την ένταξή τους στο πρόγραμμα.
Η προσιτή κατοικία είναι κρίσιμη για την κοινωνική ευημερία, καθώς συμβάλλει στην εξασφάλιση σταθερών και ασφαλών συνθηκών διαβίωσης για όλα τα μέλη της κοινωνίας. Αποτελεί δε μόνιμη στεγαστική λύση γιατί θα αφορά ως επί το πλείστον αγορά κατοικίας.
Συνοπτική καταγραφή των δράσεων για την επίλυση της στεγαστικής κρίσης:
Α. Κοινωνική Κατοικία
Β. Προσιτή Κατοικία
Κώστας Φωτόπουλους και Δημήτρης Δημητρίου (2025)